αρπαχτικός

αρπαχτικός
η , ό
1) захватнический; грабительский;

αρπαχτικός πόλεμος — захватническая война;

2) прям. , перен. хищный;

αρπαχτικα πτηνά — хищные птицы;

αρπαχτικό βλέμμα — хищный взгляд;

3) прям. , перен. хищнический;

αρπαχτικά ένστικτα — хищнические инстинкты


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "αρπαχτικός" в других словарях:

  • αρπακτικός — αρπακτικός, ή, ό και αρπαχτικός, ή, ό 1. αυτός που έχει την ικανότητα να αρπάζει: Και το βλέμμα του ακόμη έδειχνε τις αρπακτικές του διαθέσεις. 2. το ουδ. στον πληθ. ως ουσ., αρπακτικά τάξη σαρκοφάγων πουλιών (αϊτός, γεράκι κτλ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»